Η Τιμή και το Χρήμα - Κων/νος Θεοτόκης


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

       

Η Τιμή και το Χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Νουμάς το 1912, θεωρείται στην νεοελληνική πεζογραφία η πρώτη κοινωνική νουβέλα που ξεφεύγει από τις γνωστές ειδυλλιακές αναπαραστάσεις μιας ζωής ήρεμης, απαλλαγμένης από διλήμματα και κλυδωνισμούς μιας ζωής. Η επαρχία του Θεοτόκη δεν ήταν τόπος ειδυλλιακός. Ήταν μια κλειστή και καθυστερημένη κοινωνία, εγκλωβισμένη σε αδιέξοδα κοινωνικά σχήματα και παράλογες ηθικές προκαταλήψεις. Ασφυκτιούσε κάτω από το αίσθημα της ντροπής, γνώριζε καλά το συμφέρον και τη συναλλαγή, καταδυναστευόταν από το θεσμό της προίκας, το λαθρεμπόριο και το ρουσφέτι[1].

Τα πρόσωπα του έργου από την άλλη μεριά, η σιόρα Τρινκούλαινα, ο Ανδρέας, ο θείος του, δεν ήταν οι γνωστοί καλοσυνάτοι χωρικοί, οι απαλλαγμένοι από τα πάθη, με τις σκληρές ρυτίδες στα πρόσωπα και τους χοντρούς ρόζους στα δάχτυλα. Παγιδευμένοι μέσα στα αδιέξοδα που τους επέβαλλε η τάξη τους και η ηθική της μικρής κοινωνίας τους, φέρονταν σκληρά, υπολογιστικά, κοίταζαν το συμφέρον τους, υπέκυπταν στους όρους της ανάγκης και συμβιβάζονταν. Συγχρόνως, όμως, ήταν και πρόσωπα δραματικά. Αντιμετώπιζαν διλήμματα, αμφισβητούσαν τις παραδεδομένες αξίες και είχαν κάποιες στιγμές τη δύναμη να κάνουν υπερβάσεις. Στο τέλος της νουβέλας η Ρήνη θα αρνηθεί το γάμο με τον Αντρέα και θα αποφασίσει να μεγαλώσει μόνη της το παιδί της.

Παρουσιάζοντας τους χαρακτήρες του εξαρτημένους από τους όρους της κοινωνικής και οικονομικής ζωής και προβάλλοντας το στοιχείο της σύγκρουσης, ο Θεοτόκης εισάγει στην νεοελληνική πεζογραφία μια άγνωστη μέχρι τότε διάσταση: την πολιτικοποιημένη γραφή που αρνείται να ωραιοποιήσει την πραγματικότητα, καταγράφει τα κακώς κείμενα, διαμαρτύρεται και καταγγέλλει.


ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ Ή ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΣΕΤΕ ΤΗΝ ΝΟΥΒΕΛΑ, ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ.