Όλιβερ Τουίστ - Κάρολος Ντίκενς

Το Όλιβερ Τουίστ είναι το δεύτερο μυθιστόρημα που έγραψε ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Κάρολος Ντίκενς. Το έργο εκδόθηκε το 1838 και είναι το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα έχοντας ως πρωταγωνιστή ένα παιδί.

"Με τις περιπέτειες και τη δυστυχισμένη ζωή του μικρού Όλιβερ", έγραψε κάποτε ο Κάρολος Ντίκενς, "θέλησα ν' αποδείξω ότι το πνεύμα του καλού καταφέρνει πάντα να υπερνικά κάθε αντίξοη περίσταση και τελικά να θριαμβεύει. Αυτό που επιδίωξε ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας το κατάφερε. Δημιούργησε ένα έργο, γεμάτο ανθρωπιά, χιούμορ και πάθος.

Η υπόθεση

Ο Όλιβερ Τουίστ ήταν ένα παιδί που γεννήθηκε μια νύχτα σε άσυλο. Η μητέρα του ερχόταν από μακριά, κανένας δεν ήξερε από πού. Η φτωχή γυναίκα ξεψύχησε αφού ζήτησε να τη δώσουν να φιλήσει το νεογέννητο. Ο μικρός Όλιβερ δεν είχε ούτε καν επίθετο. Του το έδωσε ο παιδονόμος, ο επιστάτης του φτωχοκομείου, ο άκαρδος κ. Μπαμπλ. Στα ορφανά που δεν είχαν όνομα τους έδινε επίθετα με αλφαβητική σειρά.

Τους πρώτους μήνες της ζωής του, ο Όλιβερ τούς πέρασε στο άσυλο των απόρων. Αργότερα τον έστειλαν στο σπίτι της κυρίας Μαν που έπαιρνε από τον Δήμο χρήματα για να μεγαλώνει τα ορφανά. Η ζωή στο σπίτι εκείνο ήταν φοβερή για τα παιδάκια. Το περίεργο δεν ήταν που πέθαιναν -και πέθαιναν αρκετά- αλλά που κατάφερναν να ζήσουν και να μεγαλώσουν με τα φαγητά που έτρωγαν και με τα κουρέλια που φορούσαν.

Στο σπίτι της κυρίας Μαν ο Όλιβερ έκλεισε τα 9 χρόνια του. Ήταν ένα παιδάκι χλωμό, αδύνατο, δειλό και πάντα τρομαγμένο. Στα 9 του χρόνια πήγε και το παρέλαβε από το ορφανοτροφείο της κας Μαν, ο επιστάτης του ασύλου, ο κ. Μπαμπλ. Οι Σύμβουλοι είχαν αποφασίσει ότι ο Όλιβερ έπρεπε ν' αρχίσει να εργάζεται.

Εκεί στο άσυλο των απόρων του Δήμου, ο Όλιβερ Τουίστ διέπραξε το πρώτο μεγάλο αμάρτημα της ζωής του. Ένα βράδυ, ο δυστυχής Όλιβερ Τουίστ είχε την κακή ιδέα να ζητήσει λίγο φαγητό από το μάγειρα. Ήταν κάτι το ανήκουστο, να ζητήσει κι άλλο φαγητό ένα ορφανό. Το Συμβούλιο αποφάσισε να απομακρύνει τον μικρό "αντάρτη" και "ταραχοποιό" από το άσυλο, αφού πρώτα διέταξε να τον κλείσουν στην απομόνωση.

Έτσι ο Όλιβερ δόθηκε μαθητευόμενος σ' έναν εργολάβο κηδειών, τον κ. Σάουερμπέρρυ (Sowerberry). Μα και στο σπίτι αυτό η ζωή του μικρού Όλιβερ ήταν μαρτυρική και ανυπόφορη. Ώσπου, μια μέρα, ο Τουίστ ξεκίνησε με τα πόδια για το Λονδίνο. Παντού ήταν μόνος, παντού ήταν αποδιωγμένος και αβοήθητος.

Ύστερα από πολλές μέρες ταξίδι με τα πόδια, έφτασε στα προάστια του Λονδίνου. Εκεί συναντήθηκε τυχαία μ' ένα νεαρό αλήτη, τον Τζακ Ντώουκις. Αυτός πρότεινε στον Όλιβερ να τον πάει στο Λονδίνο και να τον συστήσει σ' ένα "καλό γέρο" που... βοηθούσε τ' απροστάτευτα παιδάκια. Ο γέρος αυτός ήταν ο Φέιγκιν. Δουλειά του ήταν να μαζεύει αλητάκια και να τα εκπαιδεύει στην κλεψιά και την λωποδυσία.

Ο δρόμος που θα οδηγούσε στην καταστροφή ήταν πια ορθάνοιχτος μπροστά στο δυστυχισμένο ορφανό. Όμως ο Όλιβερ Τουίστ είχε μέσα του τα στοιχεία που κάνουν έναν καλόν και τίμιο άνθρωπο, γι' αυτό και μετά από πολλές περιπέτειες ο αγώνας του τελικά αμείφθηκε. Στο τέλος βρήκε την οικογένειά του.

 

 

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 

 

Για να ακούσετε ή να κατεβάσετε το βιβλίο, πατήστε στους παρακάτω συνδέσμους :

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9,

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17,

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25,

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33,

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41.